Λογότυπο αποθετηρίου
 

Competitive strategies, interactive branding and consumer satisfaction: how do they influence sales volume

Μικρογραφία εικόνας

Ημερομηνία

2026-02-20

Τίτλος Εφημερίδας

Περιοδικό ISSN

Τίτλος τόμου

Εκδότης

Επιβλέπων / ουσα

Διαθέσιμο από

Περίληψη

This thesis examines the relationship between competitive strategies, interactive branding, consumer satisfaction, and sales volume in increasingly competitive markets. Building on the strategic management frameworks of Michael E. Porter and Gregory G. Dess, the study investigates how firms’ intended strategies translate into market outcomes. Using a dual-perspective methodology, quantitative data were collected from both organizational members and customers to assess how strategies such as cost leadership, differentiation, and focus influence sales performance. The findings indicate that differentiation strategy is the most significant driver of sales volume in the contemporary competitive environment. Firms that emphasize unique market positioning, marketing innovation, and strong brand identity outperform those relying primarily on cost leadership or narrow focus strategies, which risk becoming “stuck in the middle.” Additionally, interactive branding and consumer satisfaction are shown to function as integral components of a broader differentiation strategy rather than as independent performance factors. Overall, the study highlights the strategic importance of developing a distinctive brand identity and delivering superior consumer experiences. The results suggest that organizations seeking sustainable sales growth should prioritize differentiation over price-based competition, particularly in fragmented or highly competitive sectors.
Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει τη σχέση μεταξύ ανταγωνιστικών στρατηγικών, διαδραστικού branding, ικανοποίησης καταναλωτών και όγκου πωλήσεων σε ολοένα και πιο ανταγωνιστικές αγορές. Βασιζόμενη στα θεωρητικά πλαίσια της στρατηγικής διοίκησης των Michael E. Porter και Gregory G. Dess, η μελέτη διερευνά πώς οι επιδιωκόμενες στρατηγικές των επιχειρήσεων μεταφράζονται σε αποτελέσματα στην αγορά. Χρησιμοποιώντας μια διπλή μεθοδολογική προσέγγιση, συλλέχθηκαν ποσοτικά δεδομένα τόσο από μέλη των οργανισμών όσο και από πελάτες, προκειμένου να αξιολογηθεί πώς στρατηγικές όπως η ηγεσία κόστους, η διαφοροποίηση και η εστίαση επηρεάζουν την απόδοση των πωλήσεων. Τα ευρήματα δείχνουν ότι η στρατηγική διαφοροποίησης αποτελεί τον σημαντικότερο παράγοντα αύξησης του όγκου πωλήσεων στο σύγχρονο ανταγωνιστικό περιβάλλον. Οι επιχειρήσεις που δίνουν έμφαση στη μοναδική τοποθέτηση στην αγορά, στην καινοτομία στο μάρκετινγκ και στη δημιουργία ισχυρής εταιρικής ταυτότητας αποδίδουν καλύτερα από εκείνες που βασίζονται κυρίως στη στρατηγική χαμηλού κόστους ή σε στενές στρατηγικές εστίασης, οι οποίες συχνά κινδυνεύουν να βρεθούν «στη μέση». Επιπλέον, το διαδραστικό branding και η ικανοποίηση των καταναλωτών φαίνεται να λειτουργούν ως αναπόσπαστα στοιχεία μιας ευρύτερης στρατηγικής διαφοροποίησης και όχι ως ανεξάρτητοι παράγοντες απόδοσης. Συνολικά, η μελέτη αναδεικνύει τη στρατηγική σημασία της ανάπτυξης μιας διακριτής εταιρικής ταυτότητας και της παροχής ανώτερων εμπειριών στους καταναλωτές. Τα αποτελέσματα υποδεικνύουν ότι οι οργανισμοί που επιδιώκουν βιώσιμη αύξηση των πωλήσεων θα πρέπει να δίνουν προτεραιότητα στη διαφοροποίηση αντί στον ανταγωνισμό βάσει τιμής, ιδιαίτερα σε κατακερματισμένους ή ιδιαίτερα ανταγωνιστικούς κλάδους.

Περιγραφή

Λέξεις-κλειδιά

Competitive strategies, Interactive branding, Consumer satisfaction, Sales volume, Ανταγωνιστικές στρατηγικές, Διαδραστική επωνυμία, Ικανοποίηση καταναλωτών, Όγκος πωλήσεων

Παραπομπή