Λογότυπο αποθετηρίου
 

Μεταπτυχιακές Εργασίες

Μόνιμο URI για αυτήν τη συλλογήhttps://pyxida.aueb.gr/handle/123456789/35

Περιήγηση

Πρόσφατες Υποβολές

Τώρα δείχνει 1 - 20 από 1481
  • Τεκμήριο
    Spatial arbitrage opportunities in the brent crude oil market: a quantitative study of regional price differentials and freight costs
    (2025-12-02) Papathanasiou, Michail; Papageorgopoulos, Konstantinos; Παπαθανασίου, Μιχαήλ; Παπαγεωργόπουλος, Κωνσταντίνος; Tsouknidis, Dimitrios; Sakkas, Athanasios; Kavussanos, Manolis G.
    This dissertation examines whether price differentials between Brent crude oil in Europe (CIF ARA) and Asia (FOB Singapore Marker) reflect short-term inefficiencies corrected through arbitrage or indicate longer-lasting market segmentation. Although the international crude oil market is widely considered integrated, regional price gaps persist due to transportation costs, global supply-demand shocks, and temporal dynamics. The empirical framework follows a three-stage approach based on the Parity Bounds Model (PBM). First, a “no-arbitrage band” is established using directional transportation and transaction costs, including VLCC freight rates, insurance premiums, port fees, and the opportunity cost of capital. Price deviations beyond this band are interpreted as potential arbitrage opportunities. Second, a linear Error Correction Model (ECM) assesses the existence and speed of long-run price adjustment toward spatial equilibrium. Third, a Threshold ECM tests whether convergence occurs only when deviations exceed transaction-cost thresholds, capturing nonlinear arbitrage activation. The analysis uses weekly Brent price assessments for Europe and Asia over the period 2010–2022, complemented by detailed directional freight data. Special attention is given to geopolitical disruptions after 2020, providing an updated assessment of Brent market integration under shifting trade patterns. To complement the econometric results, the dissertation includes two numerical case studies—one profitable and one unprofitable arbitrage scenario. These examples demonstrate how transaction costs influence real trading decisions and how PBM-defined parity bounds translate into practical arbitrage margins once freight, insurance, and financing costs are incorporated. The study contributes by offering the first spatial arbitrage evaluation of intra-benchmark Brent prices between Europe and Asia and by measuring regime-dependent adjustment dynamics relevant to traders, academics, and policymakers concerned with market transparency and resilience.
  • Τεκμήριο
    Επιχειρησιακή στρατηγική & ποιότητα κερδών
    (2025-11-25) Γιαννοπούλου, Ήλια; Σιουγλέ, Γεωργία; Παπαδάκη, Αφροδίτη; Μπαμπουκάρδος, Διογένης
    Η παρούσα μελέτη στοχεύει στη διερεύνηση της σχέσης μεταξύ της στρατηγικής που ακολουθούν οι επιχειρήσεις και της ποιότητας των κερδών τους. Η ποιότητα των κερδών αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την αξιολόγηση της αξιοπιστίας των οικονομικών καταστάσεων, καθώς υποδηλώνει τον βαθμό στον οποίο τα κέρδη αντανακλούν την πραγματική εικόνα της επιχείρησης. Ένας βασικός δείκτης που χρησιμοποιείται για τη μέτρηση της ποιότητας των κερδών είναι το ποσοστό των δεδουλευμένων στα κέρδη. Όσο υψηλότερα είναι τα δεδουλευμένα κέρδη σε μια επιχείρηση τόσο μεγαλύτερη είναι και η εξάρτηση των κερδών από λογιστικές παρεμβάσεις, γεγονός που σχετίζεται με χαμηλής ποιότητας κέρδη. Για την εκπόνηση της παρούσας έρευνας χρησιμοποιήθηκε δείγμα 1.287 παρατηρήσεων εισηγμένων εταιρειών στο χρηματιστήριο Euronext Paris της Γαλλίας για την χρονική περίοδο 2013-2023.
  • Τεκμήριο
    Συμπεριφορά μιμητισμού στις διεθνείς αγορές: η περίπτωση των εισηγμένων ενεργειακών εταιρειών κατά την πρόσφατη ενεργειακή κρίση (2021)
    (2025-12-03) Μαστρογιώργη, Αναστασία; Τσουκνιδής, Δημήτριος; Χαλαμανδάρης, Γεώργιος; Σπύρου, Σπυρίδων
    Η παρούσα διπλωματική εργασία διερευνά τη μιμητική συμπεριφορά (herding behavior) στον ενεργειακό τομέα του Χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης (NYSE), με ιδιαίτερη έμφαση στη σύγκριση διαφορετικών συνθηκών αγοράς και περιόδων κρίσεων. Η ανάλυση καλύπτει την περίοδο 2005–2025 και βασίζεται σε ημερήσια δεδομένα 25 ενεργειακών εταιρειών. Για την εμπειρική διερεύνηση χρησιμοποιείται το υπόδειγμα Cross-Sectional Absolute Deviation (CSAD) των Chang, Cheng και Khorana (2000), το οποίο επιτρέπει τον εντοπισμό σύγκλισης των αποδόσεων γύρω από τη μέση απόδοση της αγοράς ως ένδειξη μιμητικής συμπεριφοράς. Αρχικά εξετάζεται η ύπαρξη διαχρονικού herding στο πλήρες δείγμα, ενώ στη συνέχεια αναλύεται η διαφοροποίησή του σε ανοδικές και καθοδικές ημέρες. Επιπλέον, ελέγχεται η συμπεριφορά των επενδυτών κατά τη διάρκεια δύο κρίσιμων περιόδων: της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης 2008–2009 και της ενεργειακής κρίσης 2021–2022. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι σε μακροχρόνιο ορίζοντα παρατηρείται στατιστικά σημαντική μιμητική συμπεριφορά στον ενεργειακό κλάδο, με εντονότερη παρουσία σε ανοδικές αγορές. Αντίθετα, κατά τις δύο εξεταζόμενες κρίσεις δεν προκύπτει στατιστικά ισχυρή ένδειξη herding, γεγονός που υποδηλώνει διαφοροποιημένες στρατηγικές αντίδρασης των εταιρειών και πιθανή επίδραση θεσμικής ωριμότητας και μηχανισμών αντιστάθμισης κινδύνου. Η μελέτη συμβάλλει στη βιβλιογραφία της συμπεριφορικής χρηματοοικονομικής, αναδεικνύοντας ότι η ένταση της μιμητικής συμπεριφοράς εξαρτάται από τη φύση του σοκ που πλήττει την αγορά. Παράλληλα, παρέχει χρήσιμες ενδείξεις για επενδυτές και ρυθμιστικές αρχές σχετικά με τη δυναμική του ενεργειακού κλάδου σε περιόδους κανονικότητας και κρίσης.
  • Τεκμήριο
    Εμπειρική διερεύνηση των σημαντικότερων θεμάτων ελέγχου (KAMs) για τις εισηγμένες εταιρείες στο Χρηματιστήριο Αθηνών
    (2026-02-10) Μάργας, Ιωάννης; Τζόβας, Χρήστος; Χαλέβας, Κωσταντίνος; Δεμοιράκος, Ευθύμιος
    Η παρούσα ερευνητική εργασία εξετάζει την αναφορά των Σημαντικότερων Θεμάτων Ελέγχου (KAMs) που γνωστοποιούνται στις οικονομικές καταστάσεις των εισηγμένων εταιρειών στο Χρηματιστήριο Αθηνών (ATHEX) και τους παράγοντες που επηρεάζουν την επιλογή τους. Η έρευνα συνδυάζει μια βιβλιογραφική ανασκόπηση με ανάλυση OLS (μέθοδος ελαχίστων τετραγώνων) σε ελληνικές εισηγμένες εταιρείες. Η βιβλιογραφία αποκαλύπτει πως τα KAMS εισήχθησαν, όπως προβλέπεται από το Διεθνές Πρότυπο Ελέγχου ISA 701 με σκοπό την ενίσχυση της διαφάνειας και τη βελτίωση της επικοινωνίας μεταξύ των ελεγκτών και των χρηστών των οικονομικών καταστάσεων. Προηγούμενες μελέτες αναφέρουν ποικίλα αποτελέσματα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, τα KAMS βελτιώνουν την ποιότητα της αναφοράς ενώ σε άλλες, εξυπηρετούν κυρίως συμβολικό ρόλο, προσφέροντας μικρή πληροφοριακή αξία. Τα ευρήματα δείχνουν επίσης ότι το μέγεθος της ελεγχόμενης εταιρείας, η σύνθεση της ομάδας ελέγχου και η πολυπλοκότητα του κλάδου μπορούν να επηρεάσουν τον αριθμό και τη σαφήνεια των KAMs. Η εμπειρική ανάλυση αξιολογεί εάν τα οικονομικά χαρακτηριστικά των εταιρειών μπορούν να ερμηνεύσουν τον αριθμό των KAMs που γνωστοποιούνται στις εκθέσεις ελέγχου. Το μοντέλο περιλαμβάνει το μέγεθος της εταιρείας, τη μόχλευση, τη ρευστότητα, την κερδοφορία, τα έσοδα, τα αποθέματα, τα ενσώματα και άυλα περιουσιακά στοιχεία και δείκτες οι οποίοι σχετίζονται με τις Big Four, καθώς και το τέλος του οικονομικού έτους. Τα αποτελέσματα δείχνουνπεριορισμένη επεξηγηματική ισχύ. Το μέγεθος της εταιρείας εμφανίζει μια ασθενή θετική συσχέτιση με την αναφορά των Σημαντικότερων Θεμάτων Ελέγχου, υποδηλώνοντας πως οι μεγαλύτερες εταιρείες αντιμετωπίζουν μεγαλύτερηπολυπλοκότητα ελέγχου. Όλες οι άλλες μεταβλητές, συμπεριλαμβανομένης τηςμόχλευσης και του τύπου της ελεγκτικής εταιρείας, δεν παρουσιάζουν σημαντικήεπίδραση. Αυτά τα αποτελέσματα δείχνουν ότι τα ποσοτικά οικονομικά στοιχεία από μόνα τους δεν επαρκούν για να εξηγήσουν την επιλογή και τον αριθμό των KAMS. Τα Key Audit Matters που γνωστοποιούνται πιθανότατα εξαρτώνται περισσότερο από ποιοτικά στοιχεία όπως η κρίση του ελεγκτή, το θεσμικό πλαίσιο που διέπει τη χώρα και τις συνθήκες του κλάδου.
  • Τεκμήριο
    A comparative analysis of traditional investments and cryptocurrencies
    (2025-11-30) Slapnickova, Sabina; Episcopos, Athanasios; Leledakis, Georgios; Tsekrekos, Andrianos
    This paper explores how Bitcoin and Ethereum differ from traditional financial assets such as gold, Brent crude oil, the S&P 500 and Apple Inc. in terms of risk, return and integration with the traditional financial market over the period of 2018-2025. The thesis evaluates whether these digital assets can serve as viable components of a diversified investment portfolio. The motivation stems from the recent institutionalization of cryptocurrencies, including the recent approval of spot Bitcoin and Ethereum ETFs and wide public interest. 2858 observations of log returns were used to analyse correlation, multivariate regression, volatility, CAPM regression and Sharpe ratio. The results show that Bitcoin and Ethereum exhibit very low correlations with traditional assets, which supports their ability to act as diversifiers. The regression models revealed that gold and the S&P 500 have small but statistically significant explanatory power for cryptocurrency returns, while Apple Inc. and Brent crude oil do not. Volatility analysis confirms that Bitcoin and especially Ethereum are much more volatile than all traditional assets in the sample. CAPM results show that both digital assets respond positively to market movements, implying slow financial integration. Returns of cryptocurrencies were extremely high, but when the Sharpe ratios were computed, cryptocurrencies showed weak risk-adjusted performance, compared to Apple Inc. and gold. Overall, the findings show that cryptocurrencies are assets with high risk and are driven more by crypto-specific factors, but are increasingly integrating into the broader traditional financial market. They provide diversification benefits but only in small allocations.
  • Τεκμήριο
    ESG και χρηματοοικονομική επίδοση: ανάλυση ΗΠΑ και Ευρωζώνης σε κλάδους υψηλού περιβαλλοντικού κινδύνου
    (2026-02-10) Mehmeti, Sevastjan; Καβουσανός, Εμμανουήλ; Σακκάς, Αθανάσιος; Τσουκνιδής, Δημήτριος
    Η παρούσα μελέτη διερευνά την επίδραση των δεικτών βιωσιμότητας ESG (Environmental, Social, Governance) στη χρηματοοικονομική επίδοση επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται σε κλάδους υψηλού περιβαλλοντικού κινδύνου, με έμφαση σε δύο ανεπτυγμένες αγορές: τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρωζώνη. Το δείγμα αποτελείται από 105 εισηγμένες εταιρείες (65 από τις ΗΠΑ και 40 από την Ευρωζώνη), οι οποίες δραστηριοποιούνται σε τομείς όπως η ενέργεια, η εξόρυξη και η χημική βιομηχανία. Τα δεδομένα καλύπτουν την περίοδο 2009–2022 και αντλήθηκαν από την πλατφόρμα LSEG Refinitiv Eikon. Η ανάλυση πραγματοποιήθηκε σε Python, με χρήση οικονομετρικών υποδειγμάτων παλινδρόμησης, εξετάζοντας τόσο τη συνολική ESG βαθμολογία όσο και τους επιμέρους πυλώνες σε σχέση με τρεις βασικούς δείκτες χρηματοοικονομικής απόδοσης: ROA, ROE και Tobin’s Q. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι η συνολική ESG βαθμολογία έχει θετική αλλά στατιστικά μη σημαντική επίδραση στους δείκτες ROA και ROE, ενώ η σχέση με τον Tobin’s Q είναι αρνητική και επίσης μη σημαντική. Σε επίπεδο πυλώνων, οι Environmental και Governance δεν παρουσιάζουν στατιστικά σημαντική επίδραση, ενώ ο Social εμφανίζει θετική και στατιστικά σημαντική συσχέτιση με τον ROA στις βασικές εκτιμήσεις. Ωστόσο, η σημαντικότητα αυτή εξασθενεί όταν εφαρμόζονται τυπικά σφάλματα ομαδοποιημένα σε επίπεδο εταιρείας και έτους, υποδεικνύοντας ευαισθησία στις μεθοδολογικές παραδοχές. Η συγκριτική ανάλυση μεταξύ ΗΠΑ και Ευρωζώνης αναδεικνύει ουσιώδεις διαφοροποιήσεις. Στις ΗΠΑ, ο πυλώνας Governance δεν εμφανίζει στατιστικά σημαντική επίδραση σε κανέναν δείκτη απόδοσης. Αντίθετα, στην Ευρωζώνη καταγράφεται θετική και στατιστικά σημαντική σχέση του Governance με τους δείκτες ROA και ROE, ακόμη και υπό αυστηρές μεθοδολογικές δοκιμές (two-way clustered standard errors). Τα ευρήματα συμβάλλουν στην κατανόηση του τρόπου με τον οποίο ποιοτικοί δείκτες βιωσιμότητας συνδέονται με ποσοτικούς δείκτες απόδοσης, προσφέροντας χρήσιμες ενδείξεις για επενδυτές, ρυθμιστικές αρχές και τη διαμόρφωση στρατηγικών βιωσιμότητας.
  • Τεκμήριο
    Private equity in banking mergers & acquisitions in the US: a re-examination of the evidence
    (2026-02-10) Τριγώνη, Αριστέα; Trigoni, Aristea; Leledakis, George; Spyrou, Spyros; Episcopos, Athanasios
    Η δραστηριότητα των Private Equity (PE) στις συγχωνεύσεις και εξαγορές (M&As) έχει επεκταθεί σημαντικά τις τελευταίες δεκαετίες, προσφέροντας ένα ολοένα και πιο πλούσιο πεδίο για ανάλυση. Παρόλο που η πρώιμη έρευνα σχετικά με την απόδοση των PE στα Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα ήταν περιορισμένη, οι πρόσφατες εξελίξεις αναδεικνύουν την ανάγκη επανεκτίμησης του ρόλου τους υπό μεταβαλλόμενες συνθήκες αγοράς. Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει την αντίδραση της χρηματιστηριακής αγοράς σε ανακοινώσεις συγχωνεύσεων και εξαγορών που περιλαμβάνουν επενδυτές PE στον χρηματοπιστωτικό τομέα των ΗΠΑ κατά δύο περιόδους, 2015–2019 και 2022–2025. Ένα συνολικό δείγμα 370 ολοκληρωμένων συναλλαγών (συμπεριλαμβανομένων 48 συναλλαγών με συμμετοχή PE) αναλύεται μέσω της μεθοδολογίας event-study για την εκτίμηση των σωρευτικών μη κανονικών αποδόσεων (Cumulative Abnormal Returns – CARs) γύρω από την ημερομηνία ανακοίνωσης της συναλλαγής. Επιπλέον, εκτιμώνται οι μη κανονικές αποδόσεις διακράτησης ενός έτους (Buy and Hold Abnormal Returns – BHARs) προκειμένου να αξιολογηθεί η μακροπρόθεσμη απόδοση των μετοχών των αγοραστριών εταιρειών. Η ανάλυση συμπληρώνεται με την εκτίμηση των μεταβολών στη λειτουργική απόδοση και στη μεταβλητότητα των αγοραστριών εταιρειών μετά την εξαγορά. Τέλος, πραγματοποιούνται robustness checks με τον έλεγχο χαρακτηριστικών της εταιρείας αγοραστή (μέγεθος και προϋπάρχουσα κερδοφορία) καθώς και της πιθανής μεροληψίας μέσω της μεθόδου δύο σταδίων του Heckman. Όλες οι αναλύσεις πραγματοποιούνται τόσο για τα δύο υποδείγματα ξεχωριστά όσο και για το συνολικό συνδυασμένο δείγμα. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι η αγορά αντιδρά ελαφρώς πιο θετικά στη συμμετοχή PE μετά την περίοδο της COVID-19, ωστόσο το αποτέλεσμα χάνει τη στατιστική του σημαντικότητα όταν ελέγχονται τα χαρακτηριστικά της εταιρείας και της συναλλαγής. Επιπλέον, ενώ παρατηρείται βραχυπρόθεσμη αισιοδοξία της αγοράς, αυτή δεν μεταφράζεται σε βελτιωμένη λειτουργική απόδοση. Αντίθετα, οι αγοραστές με συμμετοχή PE εμφανίζουν εντονότερη μείωση της κερδοφορίας. Η μακροπρόθεσμη απόδοση (BHARs) δεν βελτιώνεται συστηματικά με τη συμμετοχή PE, γεγονός που υποδηλώνει περιορισμένη δημιουργία μακροπρόθεσμης αξίας. Οι έλεγχοι ανθεκτικότητας δείχνουν περαιτέρω ότι τυχόν οφέλη από τη συμμετοχή PE φαίνεται να εξαρτώνται από συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της αγοραστής εταιρείας, όπως το μέγεθος και η προϋπάρχουσα κερδοφορία. Τα ευρήματα αυτά έρχονται σε αντίθεση με παλαιότερα στοιχεία και υποδεικνύουν ότι τα οφέλη της συμμετοχής PE είναι εξαρτώμενα από το εκάστοτε πλαίσιο. Επηρεάζονται από υψηλότερο κόστος χρηματοδότησης και αυστηρότερο ρυθμιστικό περιβάλλον. Η μελέτη συμβάλλει στην υπάρχουσα βιβλιογραφία παρέχοντας επικαιροποιημένα εμπειρικά δεδομένα σχετικά με τη δραστηριότητα των PE στον χρηματοπιστωτικό τομέα. Αναδεικνύει πώς οι μακροοικονομικές συνθήκες, όπως η αύξηση των επιτοκίων, η αυστηρότερη ρύθμιση και η μετα-COVID αβεβαιότητα, επηρεάζουν και ενδεχομένως αποδυναμώνουν τους παραδοσιακούς μηχανισμούς δημιουργίας αξίας των PE.
  • Τεκμήριο
    Value relevance of cash flows & operating accruals
    (2025-11-25) Μπλέτσα, Κωνσταντίνα; Bletsa, Konstantina; Karampinis, Nikolaos; Baboukardos, Diogenis; Demirakos, Efthimios
    Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει τη σημασία των λειτουργικών ταμειακών ροών και των δεδουλευμένων στοιχείων — διακρίνοντας ρητά μεταξύ βραχυπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων δεδουλευμένων — στην αποτίμηση των εταιρειών που είναι εισηγμένες στο γερμανικό χρηματιστήριο κατά την περίοδο 2014–2023. Βασιζόμενη στο εμπειρικό υπόδειγμα των Akbar et al. (2011) και αντλώντας έμπνευση από τη διευρυνόμενη βιβλιογραφία σχετικά με την ανάλυση των κερδών σε επιμέρους συνιστώσες (Francis & Smith, 2020), η μελέτη επιδιώκει να διερευνήσει τον βαθμό στον οποίο αυτές οι διακριτές χρηματοοικονομικές πληροφορίες συμβάλλουν στην ερμηνεία της συμπεριφοράς της αγοράς πέραν των συνολικών κερδών. Η Γερμανία, με το ανεπτυγμένο χρηματοοικονομικό της σύστημα και τα αυστηρά πρότυπα χρηματοοικονομικής πληροφόρησης, παρέχει ένα ιδανικό πλαίσιο για την επανεξέταση της πληροφοριακής αξίας των ταμειακών μεγεθών και των δεδουλευμένων μετρήσεων απόδοσης. Επιπλέον, η ενσωμάτωση της πανδημίας COVID-19 ως διαρθρωτικής μεταβολής επιτρέπει την αποτύπωση της επίδρασης της μακροοικονομικής αβεβαιότητας στη σχέση μεταξύ των λογιστικών κερδών και της αποτίμησης των μετοχών. Η έρευνα εφαρμόζει ποσοτική μεθοδολογία βασισμένη σε ανάλυση δεδομένων πάνελ, αξιοποιώντας ένα υπόδειγμα αξιακής συνάφειας που περιλαμβάνει λειτουργικές ταμειακές ροές, βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα δεδουλευμένα, χρηματοοικονομική μόχλευση, μέγεθος επιχείρησης και μια μεταβλητή δειγματοληψίας σχετική με την περίοδο της COVID. Τα δεδομένα προέρχονται από τη βάση Thomson Reuters Datastream και αφορούν μη χρηματοοικονομικές επιχειρήσεις εισηγμένες στη Γερμανία κατά την εξεταζόμενη περίοδο. Τα αρχικά αποτελέσματα υποδηλώνουν ότι οι λειτουργικές ταμειακές ροές είναι περισσότερο πληροφοριακά χρήσιμες για την ερμηνεία των τιμών των μετοχών σε σύγκριση με τα δεδουλευμένα μεγέθη, όπως αναμένεται βάσει των επιχειρημάτων των Barth et al. (2001) και Dechow (1994). Επιπλέον, η διάκριση μεταξύ βραχυπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων δεδουλευμένων φαίνεται να ενισχύει την προβλεπτική ικανότητα του υποδείγματος. Η περίοδος της πανδημίας έδειξε ότι μειώνει τη στατιστική σημαντικότητα των λειτουργικών ταμειακών ροών στην αγορά, ενισχύοντας την ανάγκη επαναξιολόγησης των χρηματοοικονομικών δεικτών υπό συνθήκες συστημικού κινδύνου. Η έρευνα αυτή συμβάλλει στη διεθνή λογιστική βιβλιογραφία επεκτείνοντας τη θεωρία της αξιακής συνάφειας στο γερμανικό πλαίσιο, ενώ παράλληλα παρέχει πρακτικές προεκτάσεις για αναλυτές και επενδυτές που επιδιώκουν τη βελτίωση των υποδειγμάτων αποτίμησης σε περιόδους οικονομικής αναταραχής.
  • Τεκμήριο
    Η επίδραση του ESG στην απόδοση των εισηγμένων εταιρειών του δείκτη STOXX 600
    (2025-11-25) Κακαριάρη, Αντωνία; Παπαδάκη, Αφροδίτη; Δεμοιράκος, Ευθύμιος; Τζόβας, Χρήστος
    Η εργασία εξετάζει τη σχέση μεταξύ δημοσιοποίησης πληροφοριών ESG (Environmental, Social, Governance) και Εταιρικής Απόδοσης, σε δείγμα εισηγμένων επιχειρήσεων του δείκτη STOXX 600. Το ενδιαφέρον για το ζήτημα αυτό προκύπτει από τη διαρκώς αυξανόμενη έμφαση στη βιωσιμότητα και τη διαφάνεια, ιδίως σε συνθήκες οικονομικής αβεβαιότητας όπως η πανδημία Covid-19. Η ανάλυση βασίστηκε σε ESG βαθμολογίες του παρόχου Datastream και σε δείκτες εταιρικής απόδοσης που αποτυπώνουν την λογιστική κερδοφορία (ROA), τη χρηματοοικονομική απόδοση (ROE) και την αγοραία αποτίμηση (Tobin’s Q). Χρησιμοποιήθηκε μεθοδολογία panel δεδομένων με Fixed Effects και ενσωματώθηκαν μεταβλητές ελέγχου σχετικές με το μέγεθος, την χρηματοοικονομική μόχλευση, το κύκλο των εργασιών του ενεργητικού, την ανάπτυξη του ενεργητικού και την περίοδο της πανδημίας. Τα εμπειρικά αποτελέσματα ανέδειξαν διαφοροποιήσεις ανάλογα με τον δείκτη απόδοσης και τον πυλώνα του ESG. Συγκεκριμένα, δεν προέκυψε σημαντική σχέση με τον ROE, ενώ ο ROA συσχετίστηκε θετικά με τον συνολικό δείκτη ESG και την Εταιρική Διακυβέρνηση (CG) . Η μεγαλύτερη συσχέτιση εντοπίστηκε στον δείκτη Tobin’s Q, ο οποίος επηρεάζεται θετικά από το συνολικό ESG καθώς και από τον Περιβαλλοντικό πυλώνα (ENV) και τον πυλώνα Εταιρικής Διακυβέρνησης (CG). Ο Κοινωνικός Πυλώνας (CSR) δεν εμφάνισε στατιστικά ισχυρή επίδραση. Η μελέτη δείχνει ότι οι επενδυτές φαίνεται να αξιολογούν περισσότερο την εταιρική διακυβέρνηση και τις περιβαλλοντικές πρακτικές σε σχέση με τις κοινωνικές δράσεις, γεγονός που αντανακλάται κυρίως στην αγοραία αξία. Παράλληλα, επισημαίνεται ότι η χρήση δεδομένων από έναν μόνο πάροχο ESG και η εστίαση σε ευρωπαϊκές εισηγμένες επιχειρήσεις αποτελούν περιορισμούς ως προς τη γενίκευση των ευρημάτων. Συνολικά, η εργασία εμπλουτίζει τη σχετική βιβλιογραφία παρέχοντας νέες ενδείξεις για τη σύνδεση ESG και απόδοσης σε ευρωπαϊκό πλαίσιο, ενώ προσφέρει χρήσιμες πρακτικές επισημάνσεις σε επενδυτές και στελέχη επιχειρήσεων για τη στρατηγική αξιοποίηση των ESG πρακτικών.
  • Τεκμήριο
    Η επίδραση του κοινωνικού (social) ESG score στις μετοχικές αποδόσεις και τον κίνδυνο
    (2026-02-10) Παπασάββα, Αικατερίνη-Μιχαλίτσα; Τσεκρέκος, Ανδριανός; Γεωργούτσος, Δημήτριος; Ρομπόλης, Λεωνίδας
    Η παρούσα μελέτη εξετάζει τη σχέση της κοινωνικής διάστασης του ESG με τις μετοχικές αποδόσεις και τον χρηματοοικονομικό κίνδυνο. Χρησιμοποιώντας παλινδρομήσεις πάνελ με σταθερές επιδράσεις σε δείγμα εισηγμένων επιχειρήσεων των ΗΠΑ, αναλύεται η επίδραση τόσο του συνολικού Κοινωνικού ESG Score όσο και των επιμέρους διαστάσεων Ανθρώπινο Κεφάλαιο και Ευθύνη Προϊόντων. Τα αποτελέσματα καταδεικνύουν μία σταθερή και στατιστικά σημαντική αρνητική σχέση μεταξύ των κοινωνικών δεικτών ESG και των βραχυπρόθεσμων μετοχικών αποδόσεων. Αντίθετα, αν και οι κοινωνικοί δείκτες εμφανίζουν αρχικά αρνητική συσχέτιση με τη μεταβλητότητα των αποδόσεων, η σχέση αυτή εξαφανίζεται πλήρως μετά την ενσωμάτωση βασικών εταιρικών χαρακτηριστικών, ενώ δεν εντοπίζεται καμία στατιστικά σημαντική σχέση με τον συστηματικό κίνδυνο (beta).
  • Τεκμήριο
    Navigating financial turbulence: the impact of Covid-19 on leverage and capital structure in shipping firms listed on NYSE and NASDAQ
    (2025-09-29) Lalioti, Ioanna; Λαλιώτη, Ιωάννα; Sakkas, Athanasios; Kavousanos, Manolis G.; Tsouknidis, Dimitrios
    This master's thesis investigates the impact of the COVID-19 pandemic on the capital structure and leverage of shipping firms listed on the NYSE and NASDAQ from 2015 to 2024. Using a panel dataset of eight firms and a two-way random effects model, it examines the role of firm-specific financial indicators—liquidity, profitability, and size—alongside the pandemic shock on leverage. Findings reveal that liquidity is negatively and significantly associated with leverage, supporting the pecking order theory. The COVID-19 crisis led to a statistically significant increase in leverage, indicating a defensive financial response to crisis-induced uncertainty. Profitability and size showed no significant explanatory power, suggesting that traditional capital structure determinants may operate differently in capital-intensive, cyclical industries like shipping.
  • Τεκμήριο
    Μελέτη της συμπεριφοράς των μετοχών κατά την ημέρα αποκοπής του μερίσματος: εμπειρική ανάλυση για την περίοδο 2011-2024 στην ελληνική χρηματιστηριακή αγορά
    (2025-12-03) Αραβανής, Πέτρος; Τσεκρέκος, Ανδριανός; Δράκος, Κωνσταντίνος; Λελεδάκης, Γεώργιος
    Η παρούσα διπλωματική διερευνά τη σύγκριση των μεθόδων υπολογισμού του Value at Risk (VaR) σε 3 κατηγορίες χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων: χρηματιστηριακοί δείκτες, εμπορεύματα και κρυπτονομίσματα. Το VaR είναι ένα μέτρο που εκτιμά τη μέγιστη αναμενόμενη απώλεια ενός χαρτοφυλακίου για ένα δεδομένο χρονικό διάστημα και επίπεδο εμπιστοσύνης. Οι τρεις μέθοδοι που μελετήθηκαν είναι η Ιστορική Προσομοίωση, η Διακύμανση-Συνδιακύμανση και η Monte Carlo. Καθεμιά από αυτές τις μεθόδους έχει πλεονεκτήματα και περιορισμούς που τις καθιστούν κατάλληλες για συγκεκριμένες περιπτώσεις, ενώ η αξιοπιστία τους ποικίλει ανάλογα με τις συνθήκες της αγοράς. Το VaR είναι ευρέως διαδεδομένο στις τράπεζες και στις ρυθμιστικές αρχές ως εργαλείο ποσοτικής ανάλυσης κινδύνου. Η έρευνα βασίζεται σε δεδομένα, όπου η χρήση αυτών των τριών μεθόδων σε χρηματιστηριακούς δείκτες, εμπορεύματα και κρυπτονομίσματα έδειξε ότι οι μέθοδοι Ιστορικής Προσομοίωσης και Διακύμανσης-Συνδιακύμανσης ήταν πιο αυστηρές συγκριτικά με την Monte Carlo, ιδίως στα επίπεδα σημαντικότητας 95% και 99%. Τα ευρήματα της έρευνας καταδεικνύουν τη χρησιμότητα κάθε μεθόδου υπό διαφορετικές συνθήκες αγοράς, υποστηρίζοντας τη χρήση του VaR ως αναπόσπαστο εργαλείο διαχείρισης χρηματοοικονομικών κινδύνων. Σημασία του VaR - Το VaR είναι σημαντικό διότι ενοποιεί τον κίνδυνο διαφόρων θέσεων σε μια μόνο μέτρηση, επιτρέποντας σε επενδυτές και ρυθμιστικές αρχές να κατανοήσουν καλύτερα τον κίνδυνο που αναλαμβάνουν και προσφέρει μια κοινή μετρική για τη μέτρηση της μέγιστης δυνατής απώλειας ενός χαρτοφυλακίου με μια δεδομένη πιθανότητα. Η ανάπτυξη της μεθοδολογίας VaR ξεκίνησε τη δεκαετία του 1990 από την επενδυτική τράπεζα J.P. Morgan, ενώ πλέον αποτελεί παγκόσμιο πρότυπο στις χρηματοοικονομικές αγορές. Στόχος της Έρευνας - Παρά την ευρεία χρήση του, η επιλογή της κατάλληλης μεθόδου για τον υπολογισμό του VaR εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το είδος των περιουσιακών στοιχείων και τις συνθήκες της αγοράς. Για παράδειγμα, η αγορά των κρυπτονομισμάτων είναι εξαιρετικά ευμετάβλητη και μπορεί να μην αντιδρά το ίδιο όπως οι παραδοσιακές χρηματαγορές. Στόχος της παρούσας έρευνας είναι να συγκρίνει τρεις βασικές μεθόδους VaR και να εντοπίσει ποια από αυτές προσφέρει τις πιο αξιόπιστες εκτιμήσεις ανάλογα με το είδος των περιουσιακών στοιχείων, καθώς και να αξιολογήσει πότε κάθε μέθοδος είναι πιο κατάλληλη.
  • Τεκμήριο
    Do European equity mutual funds outperform benchmarks, is it worth investing in them?
    (2026-02-10) Τηλελής, Πασχάλης; Δράκος, Κωνσταντίνος; Τσουκνιδής, Δημήτριος; Σάκκας, Αθανάσιος
    Η παρούσα διπλωματική εργασία, αποσκοπεί στην εξέταση της υπεραπόδοσης των ευρωπαϊκών μετοχικών αμοιβαίων κεφαλαίων (equity mutual funds), συγκριτικά με τους δείκτες και κατ’ επέκταση, αν αξίζει για τον ιδιώτη επενδυτή να τα προτιμήσει έναντι παθητικών επενδυτικών προϊόντων ή δεικτών. Το δείγμα περιλαμβάνει 1.262 equity και equity small/mid cap αμοιβαία κεφάλαια με έδρα το Ηνωμένο Βασίλειο, τη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ελβετία, την Ολλανδία και την Ιταλία. Για τον σκοπό της μελέτης χρησιμοποιούνται τα NAV και TNA για την περίοδο 01/2005-12/2023 σε μηνιαία βάση, ενώ στο δείγμα συμπεριλαμβάνονται τα «dead»/merged funds, προκειμένου να περιοριστεί το survivorship bias. Στα δεδομένα εφαρμόζονται περιορισμοί, για ελάχιστο αριθμό 24 μηνιαίων παρατηρήσεων και ελάχιστο TNA €15m ανά fund. Για την εκτίμηση της επίδοσης των funds, χρησιμοποιείται το πενταπαραγοντικό υπόδειγμα των Fama–French (FF5) και η επεκταμένη εκδοχή του με τον παράγοντα momentum (FF5+MOM). Έπειτα, πραγματοποιούνται παλινδρομήσεις panel με το pooled regression model και fund fixed effects με cluster-robust τυπικά σφάλματα στο επίπεδο του fund, καθώς και για κάθε fund ξεχωριστά, εφαρμόζουμε time-series παλινδρομήσεις με Newey–West τυπικά σφάλματα. Στη συνέχεια εφαρμόζεται ο πολλαπλός έλεγχος Benjamini–Hochberg (FDR 5%), για την αναγνώριση των στατιστικά σημαντικών θετικών/αρνητικών alpha που προέκυψαν από τις ξεχωριστές time series παλινδρομήσεις. Στο κομμάτι των αποτελεσμάτων, σε επίπεδο συνολικού δείγματος το μέσο μηνιαίο alpha είναι αρνητικό και στατιστικά σημαντικό, με συντελεστές beta αγοράς πολύ κοντά στη μονάδα, υποδηλώνοντας χαρτοφυλάκια που ακολουθούν τους δείκτες αναφοράς. Όταν γίνεται προσθήκη του παράγοντα momentum παρατηρείται μείωση στην εκτιμώμενη απόδοση, σε επίπεδο μέσου alpha, αλλά και μείωση στον αριθμό των στατιστικά σημαντικών underperformers, δίχως όμως να αναιρεί το βασικό συμπέρασμα, ότι κατά μέσο όρο μετά τα κόστη, τα αμοιβαία κεφάλαια υποαποδίδουν. Η κατανομή των alpha σε επίπεδο μεμονωμένων αμοιβαίων κεφαλαίων, επιβεβαιώνει την εικόνα αυτή, καθώς τα περισσότερα funds κατατάσσονται ως underperformers, ενώ πολύ μικρό ποσοστό εμφανίζει στατιστικά σημαντικά θετικά alpha. Τα ευρήματα είναι ετερογενή ανά χώρα και κατηγορία, παραμένουν όμως ποιοτικά συνεπή. Ύστερα στο κομμάτι της συζήτησης, εναρμονίζονται τα ευρήματα με τη διεθνή και ευρωπαϊκή βιβλιογραφία, αναγνωρίζοντας ότι τα συνολικά κόστη, οι φθίνουσες αποδόσεις κλίμακας και η περιορισμένη ενεργητικότητα, λειτουργούν ως βασικοί μηχανισμοί υποαπόδοσης. Παράλληλα, διαπιστώνονται τα λειτουργικά και συμπεριφορικά οφέλη που προσφέρουν για τον επενδυτή και προτείνεται ένα υπό όρους πλαίσιο προτιμήσεις τους. Συγκεκριμένα, για απλή έκθεση στην αγορά προτείνονται παθητικά προϊόντα (ETF/Index funds), ενώ η επένδυση σε αμοιβαία κεφάλαια έχει νόημα μόνο όταν είναι πραγματικά ενεργά, με διαφανή και ανταγωνιστικά κόστη και ιδίως όταν εστιάζουν σε λιγότερο αποδοτικές ή εξειδικευμένες αγορές. Σε αυτό το πλαίσιο η βιβλιογραφία προτείνει προσέγγιση «core-satellite» για μεγιστοποίηση της απόδοσης.
  • Τεκμήριο
    Στρατηγικές διαχείρισης κεφαλαίου κίνησης και η συνεισφορά τους στην εταιρική κερδοφορία - η περίπτωση των ΗΠΑ με δείγμα τις χρήσεις 2010 - 2024
    (2025-11-25) Λατάνης, Κωνσταντίνος; Παπαδάκη, Αφροδίτη; Βλησμάς, Ορέστης; Τζόβας, Χρήστος
    Η εργασία αυτή εξετάζει τον ρόλο που διαδραματίζουν οι στρατηγικές διαχείρισης κεφαλαίου κίνησης στην κερδοφορία των επιχειρήσεων, με σημείο αναφοράς ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα μη χρηματοοικονομικών εταιρειών των Ηνωμένων Πολιτειών, εισηγμένων στο χρηματιστήριο, για την περίοδο 2010 -2024. Η ανάλυση στηρίζεται στο θεωρητικό πλαίσιο που αναγνωρίζει ως καθοριστικό παράγοντα τον Κύκλο Μετατροπής Μετρητών (Cash Conversion Cycle - CCC) και τις επιμέρους διαστάσεις του: τον Μέσο Χρόνο Είσπραξης Απαιτήσεων (Average Collection Period - ACP), τον Χρόνο Κύκλου Αποθεμάτων (Inventory Conversion Period - ICP) και τον Μέσο Χρόνο Πληρωμής Προμηθευτών (Average Payment Period - APP). Οι μεταβλητές αυτές συνδέονται άμεσα με τη ρευστότητα, τη δέσμευση κεφαλαίων και, σε τελική ανάλυση, με την αποτελεσματική αξιοποίηση των περιουσιακών στοιχείων. Σε επίπεδο μεθοδολογίας, αξιοποιούνται ετήσια δεδομένα panel προερχόμενα από εταιρείες του δείκτη S&P 500. Η εμπειρική διερεύνηση βασίζεται σε υποδείγματα με σταθερές επιδράσεις και robust τυπικά σφάλματα συσσωματωμένα ανά επιχείρηση, ενώ περιλαμβάνονται μεταβλητές ελέγχου για το μέγεθος, τη χρηματοοικονομική μόχλευση και τον ρυθμό ανάπτυξης πωλήσεων. Επιπρόσθετα, ενσωματώνονται όροι αλληλεπίδρασης με διαφορετικά μακροοικονομικά καθεστώτα, προκειμένου να αναδειχθούν οι μηχανισμοί μέσω των οποίων ο CCC και οι συνιστώσες του συνδέονται με την απόδοση ενεργητικού (Return on Assets - ROA). Τα ευρήματα επιβεβαιώνουν μια γενικά αρνητική συσχέτιση μεταξύ CCC και ROA, σε συμφωνία με την υφιστάμενη διεθνή βιβλιογραφία. Παράλληλα, προκύπτουν ενδείξεις μη γραμμικής σχέσης υπό τη μορφή ανεστραμμένης καμπύλης U, γεγονός που υποδηλώνει την ύπαρξη βέλτιστου επιπέδου επένδυσης στο κεφάλαιο κίνησης, το οποίο μεγιστοποιεί την κερδοφορία. Επιπλέον, οι επιδράσεις των ACP, ICP και APP εμφανίζουν διαφοροποίηση και ευαισθησία στις μακροοικονομικές συνθήκες, στοιχείο που ενισχύει την ανάγκη υιοθέτησης ευέλικτων και προσαρμοζόμενων πολιτικών WCM, αντί για γενικευμένους και στατικούς κανόνες.
  • Τεκμήριο
    Η επίδραση του επενδυτικού συναισθήματος στα εταιρικά CDS spreads: εμπειρική ανάλυση με panel και quantile υποδείγματα
    (2026-02-10) Ανγγελόβ, Μάριος; Τσεκρέκος, Ανδριανός; Ρομπόλης, Λεωνίδας; Χαλαμανδάρης, Γεώργιος
    Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει την επίδραση του επενδυτικού συναισθήματος στα εταιρικά Credit Default Swaps (CDS) spreads, διερευνώντας εάν και σε ποιο βαθμό δείκτες αβεβαιότητας και αγοραίας ψυχολογίας επηρεάζουν την αποτίμηση του πιστωτικού κινδύνου. Ενώ η παραδοσιακή βιβλιογραφία επικεντρώνεται κυρίως σε θεμελιώδεις μακροοικονομικούς και χρηματοοικονομικούς παράγοντες, η παρούσα μελέτη ενσωματώνει δείκτες sentiment, όπως ο VIX και λοιπές μεταβλητές αγοράς, προκειμένου να αξιολογηθεί ο συμπληρωματικός τους ρόλος στη διαμόρφωση των spreads. Η ανάλυση βασίζεται σε panel δεδομένα εταιρικών CDS και εφαρμόζει υποδείγματα σταθερών αποτελεσμάτων (Fixed Effects Panel Models), καθώς και ποσοστιαίες παλινδρομήσεις (Quantile Regressions), ώστε να διερευνηθούν πιθανές μη γραμμικές επιδράσεις και διαφοροποιήσεις σε περιόδους αυξημένης αβεβαιότητας. Παράλληλα, πραγματοποιούνται διαγνωστικά τεστ και ανάλυση δυναμικών χαρακτηριστικών (ACF/PACF) για την εξέταση της εμμονής των σειρών. Τα εμπειρικά αποτελέσματα δείχνουν ότι οι δείκτες επενδυτικού συναισθήματος δεν εμφανίζουν στατιστικά σημαντική επίδραση στη μέση συμπεριφορά των CDS spreads στα βασικά γραμμικά υποδείγματα. Ωστόσο, οι ποσοστιαίες παλινδρομήσεις καταδεικνύουν ότι η επίδραση του sentiment ενισχύεται στα ανώτερα ποσοστημόρια της κατανομής, δηλαδή σε περιόδους έντονης χρηματοπιστωτικής πίεσης, όπως κατά την πανδημία COVID-19. Επιπλέον, διαπιστώνεται υψηλή εμμονή τόσο στα CDS spreads όσο και στους δείκτες μεταβλητότητας. Συνολικά, η εργασία αναδεικνύει ότι το επενδυτικό συναίσθημα δεν λειτουργεί ως καθολικός προσδιοριστικός παράγοντας του πιστωτικού κινδύνου, αλλά αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε περιόδους κρίσης, υποστηρίζοντας την ανάγκη χρήσης ευέλικτων και μη γραμμικών μεθοδολογικών προσεγγίσεων για την κατανόηση της δυναμικής των αγορών CDS.
  • Τεκμήριο
    Η επίδραση της συμμετοχής στον δείκτη S&P 500 στην ESG επίδοση των εταιρειών: δεκαετής ανάλυση 2013–2023
    (2026-02-10) Ντόγανος, Χρήστος; Καβουσανός, Εμμανουήλ; Ρομπόλης, Λεωνίδας; Τσουκνιδής, Δημήτριος
    Αυτή η μεταπτυχιακή διατριβή εξετάζει τη σύνδεση μεταξύ της απόδοσης μιας εταιρείας σε δείκτες ESG (Περιβαλλοντικοί, Κοινωνικοί και Διακυβέρνησης) μεταξύ 2013 και 2023 και της ένταξής της στον δείκτη S&P 500. Τα κύρια ερευνητικά ερωτήματα επικεντρώνονται στο κατά πόσον οι εταιρείες του S&P 500 υπερτερούν σε απόδοση από εταιρείες εκτός του δείκτη σε μετρήσεις ESG και κατά πόσον οι βραχυπρόθεσμες αλλαγές στη συμπεριφορά ESG συνδέονται με την ένταξη ή τον αποκλεισμό από τον δείκτη. Το θεωρητικό και εμπειρικό πλαίσιο βασίζεται σε τρεις υποθέσεις: (H1) Η συμμετοχή στον S&P 500 έχει θετική επίδραση στην απόδοση ESG. (H2) Οι μελλοντικές βαθμολογίες ESG επηρεάζονται θετικά από την οικονομική απόδοση, όπως καθορίζεται από την απόδοση επένδυσης (ROA), και (H3) υπάρχει ισχυρή συσχέτιση μεταξύ της απόδοσης ESG και οικονομικών μεταβλητών όπως η κερδοφορία (ROA), η μόχλευση, το μέγεθος και η αποτίμηση (Market-to-Book). Η εμπειρική ανάλυση βασίζεται σε ένα αρκετά μεγάλο πάνελ δεδομένων εταιρειών με πλήρεις βαθμολογίες ESG και αποφεύγει την προκατάληψη επιβίωσης, αποκλείοντας εταιρείες χωρίς προηγούμενες βαθμολογίες ESG. Οι ενδογενείς και οι χρονικές επιδράσεις αντιμετωπίζονται από το δυναμικό μοντέλο Arellano-Bond GMM, ενώ οι βραχυπρόθεσμες αλλαγές ESG γύρω από τα έτη εισόδου και εξόδου από τον δείκτη εξετάζονται χρησιμοποιώντας ανάλυση μελέτης γεγονότων. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι οι εταιρείες του S&P 500 αποδίδουν καλύτερα σε ESG, υποστηρίζοντας το H1. Η θετική και στατιστικά σημαντική σχέση μεταξύ της μελλοντικής απόδοσης ESG και της κερδοφορίας (ROA) υποστηρίζει το H2. Ταυτόχρονα, οι μεταβλητές ROA, Leverage, Market-to-Book και μέγεθος επιχείρησης παρουσιάζουν σημαντική συσχέτιση με τις βαθμολογίες ESG, επικυρώνοντας έτσι το H3. Σύμφωνα με την ανάλυση γεγονότων, οι είσοδοι συνοδεύονται από κάπως θετικές αλλαγές ESG, αλλά οι έξοδοι παρουσιάζουν ελαφρώς αρνητικές τάσεις. Συνολικά, η διατριβή παρέχει χρήσιμες πληροφορίες για επενδυτές, αναλυτές και υπεύθυνους χάραξης πολιτικής σχετικά με τη σύνδεση μεταξύ βιώσιμων επιχειρηματικών πρακτικών και συμμετοχής σε έναν από τους σημαντικότερους δείκτες χρηματιστηριακής αγοράς παγκοσμίως.
  • Τεκμήριο
    Mergers and acquisitions in the banking sector: empirical evidence from the European Union
    (0010-02-26) Σταμάτη, Μαρία; Δράκος, Κωνσταντίνος; Επίσκοπος, Αθανάσιος; Λελεδάκης, Γεώργιος
    Η παρούσα μελέτη εξετάζει τη βραχυπρόθεσμη αντίδραση της χρηματιστηριακής αγοράς στις ανακοινώσεις συγχωνεύσεων και εξαγορών (M&As) στον τραπεζικό τομέα της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την περίοδο 2000–2024.Στόχος είναι να αξιολογηθεί κατά πόσο οι συγκεκριμένες συναλλαγές δημιουργούν αξία για τους μετόχους των εξαγοραζουσών τραπεζών. Το δείγμα περιλαμβάνει 261 ολοκληρωμένες τραπεζικές συναλλαγές από τα 27 κράτη-μέλη της ΕΕ, με δεδομένα από τη βάση Refinitiv Eikon/Datastream.Η μεθοδολογία βασίζεται στη μελέτη γεγονότος (event study), εξετάζοντας τις μη φυσιολογικές αποδόσεις (abnormal returns) γύρω από την ημερομηνία ανακοίνωσης της συμφωνίας. Χρησιμοποιούνται εναλλακτικά υποδείγματα εκτίμησης αποδόσεων (Market Model, Market-Adjusted Returns Model, Mean-Adjusted Returns Model), καθώς και διαστρωματικές παλινδρομήσεις για τον εντοπισμό παραγόντων που επηρεάζουν τις αποδόσεις, όπως το μέγεθος της τράπεζας, η κεφαλαιακή επάρκεια, η μόχλευση, η εμπειρία σε προηγούμενες M&As και ο διασυνοριακός χαρακτήρας της συναλλαγής. Τα αποτελέσματα επιβεβαιώνουν τη διεθνή βιβλιογραφία: οι μέτοχοι των τραπεζών-στόχων απολαμβάνουν θετικές και στατιστικά σημαντικές αποδόσεις, ενώ οι μέτοχοι των εξαγοραζουσών τραπεζών καταγράφουν ουδέτερες ή αρνητικές, μη στατιστικά σημαντικές αποδόσεις. Τα ευρήματα υποδηλώνουν ότι οι αγορές αντιμετωπίζουν με επιφυλακτικότητα τις τραπεζικές εξαγορές, συχνά θεωρώντας τις ως κινήσεις σταθεροποίησης ή ρυθμιστικής συμμόρφωσης και όχι ως ευκαιρίες δημιουργίας αξίας.Η μελέτη συμβάλλει στη βιβλιογραφία προσφέροντας μια εκτενή πανευρωπαϊκή ανάλυση που καλύπτει περιόδους κρίσεων (χρηματοπιστωτική κρίση 2008, κρίση χρέους ευρωζώνης, πανδημία COVID-19) και τονίζει την ανάγκη ολιστικής αξιολόγησης των M&As, λαμβάνοντας υπόψη όχι μόνο τις αποδόσεις των μετόχων αλλά και τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και τον ανταγωνισμό.
  • Τεκμήριο
    Η επιχειρησιακή στρατηγική και η ποιότητα των λογιστικών κερδών: η περίπτωση της Γερμανίας
    (2026-02-10) Μελισσάκης, Στυλιανός; Μπάλλας, Απόστολος; Καρατζήμας, Σωτήριος; Βλησμάς, Ορέστης
    Η παρούσα διπλωματική εργασία επιχειρεί να εξετάσει τη σχέση της επιχειρησιακής στρατηγικής με την ποιότητα των λογιστικών κερδών δίνοντας ιδιαίτερη βαρύτητα στο μη αναμενόμενο δεδουλευμένο μέρος των λογιστικών κερδών. Σύμφωνα με την υπάρχουσα βιβλιογραφία υπάρχει η προσδοκία ότι οι επιχειρήσεις που επιδιώκουν να επεκταθούν σε νέα πεδία κερδοφορίας μέσω καινοτόμων προϊόντων ή με την είσοδό τους σε νέες αγορές (Prospectors) είναι πιο πιθανό να εμφανίσουν χαμηλότερη ποιότητα λογιστικών κερδών σε σύγκριση με τις επιχειρήσεις που είναι προσανατολισμένες σε ένα τμήμα της αγοράς και ταυτόχρονα εμποδίζουν τους ανταγωνιστές να εισέλθουν σε αυτό (Defenders) οι οποίοι είναι πιο πιθανό να έχουν υψηλότερη ποιότητα λογιστικών κερδών. Η εξέταση αυτής της σχέσης μπορεί να προσφέρει σημαντική πληροφορία στα ενδιαφερόμενα μέρη για τη λήψη αποφάσεων όπως είναι οι μέτοχοι, οι πιστωτές και οι επενδυτές. Ειδικότερα, θα διερευνηθεί η σχέση του μη αναμενόμενου δεδουλευμένου μέρους των λογιστικών κερδών με την επιχειρησιακή στρατηγική των Prospectors και των Defenders. Το διαφορετικό ερευνητικό πλαίσιο που θέτει αυτή η διπλωματική εργασία είναι η εξέταση της ερευνητικής υπόθεσης με χώρα αναφοράς τη Γερμανία η οποία έχει μια ανεπτυγμένη οικονομία, από τις πιο ισχυρές στην ΕΕ με περίοδο αναφοράς από το 2009 έως το 2024. Η μελέτη αυτής της σχέσης βασίζεται σε οικονομετρικό υπόδειγμα της υπάρχουσας βιβλιογραφίας με δείγμα το οποίο αποτελείται από 5.772 παρατηρήσεις. Από την ανάλυση των συμπερασμάτων της παλινδρόμησης προέκυψε ότι για το συγκεκριμένο δείγμα η επιχειρησιακή στρατηγική των Prospector και Defender δεν έχει κρίσιμη επίδραση στο μη αναμενόμενο δεδουλευμένο μέρος των λογιστικών κερδών. Παρατηρείται ότι κρίσιμη επίδραση έχει η στρατηγική των Analyzer και συγκεκριμένα υπάρχει θετική συσχέτιση.
  • Τεκμήριο
    Συνολοκλήρωση και αιτιότητα συναλλαγματικών ισοτιμιών και δεικτών σε χώρες με ισχυρές εξαγωγικές οικονομίες πρώτων υλών
    (2025-11-25) Γάτος, Σταύρος; Δράκος, Κωνσταντίνος; Τσεκρέκος, Ανδριανός; Σπύρου, Σπύρος
    Η παρούσα έρευνα εξετάζει τη δυναμική σχέση μεταξύ συναλλαγματικών ισοτιμιών και χρηματιστηριακών δεικτών σε επιλεγμένες ισχυρές εξαγωγικές οικονομίες πρώτων υλών για την περίοδο 2015–2025. Κύριος στόχος αποτελεί η διερεύνηση πιθανών σχέσεων μακροχρόνιας συνολοκλήρωσης και βραχυχρόνιας αιτιότητας, τόσο για ολόκληρη τη δεκαετία όσο και για τις υποπεριόδους πριν (2015–2019) και μετά την πανδημία Covid-19 (2020–2025). Η επιλογή αυτής της διάκρισης θεωρείται κρίσιμη, δεδομένης της ισχυρής επίδρασης της πανδημίας στις παγκόσμιες οικονομικές συνθήκες και των πολιτικών που εφαρμόστηκαν για τον περιορισμό των επιπτώσεών της. Συνολικά, η μελέτη συμβάλλει στην κατανόηση του τρόπου με τον οποίο οι διεθνείς τιμές των πρώτων υλών επηρεάζουν τη σχέση μεταξύ συναλλαγματικών ισοτιμιών και κεφαλαιαγορών σε χώρες με έντονη εξαγωγική δραστηριότητα. Η ανάλυση βασίζεται σε οικονομετρικές μεθόδους, αξιοποιώντας το πλαίσιο συνολοκλήρωσης των Engle και Granger, καθώς και τον έλεγχο αιτιότητας κατά Granger, προκειμένου να εντοπιστούν οι αλληλεπιδράσεις και οι μηχανισμοί μετάδοσης μεταξύ των εξεταζόμενων μεταβλητών. Το δείγμα περιλαμβάνει έξι χώρες με έντονο εξαγωγικό προσανατολισμό στις αγορές πετρελαίου, φυσικού αερίου και μετάλλων: Ηνωμένες Πολιτείες, Καναδά, Αυστραλία, Νορβηγία, Νότια Αφρική και Σαουδική Αραβία. Για κάθε χώρα χρησιμοποιείται ο κύριος χρηματιστηριακός δείκτης και η συναλλαγματική ισοτιμία του εθνικού νομίσματος έναντι του δολαρίου ΗΠΑ (USD). Τα ευρήματα δείχνουν περιορισμένες ενδείξεις συνολοκλήρωσης στο συνολικό δείγμα, ωστόσο διαφαίνονται μακροχρόνιες σχέσεις ισορροπίας μεταξύ ορισμένων αγορών κατά την περίοδο μετά το 2020 — φάση κατά την οποία οι τιμές των ενεργειακών πόρων και πρώτων υλών παρουσίασαν έντονη μεταβλητότητα λόγω της πανδημίας και των γεωπολιτικών εξελίξεων. Συγκεκριμένα, ο Καναδάς εμφανίζει συνολοκλήρωση μόνο στη μετά-πανδημική περίοδο, ενώ η Νορβηγία διατηρεί μακροχρόνια ισορροπία καθ' όλη τη δεκαετία 2015-2025. Επιπλέον, οι σχέσεις αιτιότητας κατά Granger ενισχύονται αισθητά στη μετά-πανδημική περίοδο (2020-2025), γεγονός που υποδηλώνει αυξημένο βαθμό διασύνδεσης μεταξύ συναλλαγματικών ισοτιμιών και χρηματιστηριακών δεικτών στις εξαγωγικές οικονομίες πρώτων υλών που εξετάζονται.
  • Τεκμήριο
    Η χρήση εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης στις ελεγκτικές διαδικασίες: αξιολόγηση της αποδοτικότητας και της ποιότητας εφαρμογής τους
    (2026-02-10) Σιάνη, Αικατερίνη; Χέβας, Δημοσθένης; Δεμοιράκος, Ευθύμιος; Μπάλλας, Απόστολος
    Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει τη χρήση εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης στις ελεγκτικές διαδικασίες και αξιολογεί την επίδρασή τους στην αποδοτικότητα και την ποιότητα του ελέγχου. Αρχικά παρουσιάζεται το θεωρητικό υπόβαθρο της τεχνητής νοημοσύνης και η εξέλιξή της στον ελεγκτικό κλάδο, με έμφαση σε εργαλεία όπως η ρομποτική αυτοματοποίηση διαδικασιών (RPA), τα συστήματα μηχανικής μάθησης (Machine Learning), τα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα (LLMs), τα chatbots και η προγνωστική ανάλυση. Η μελέτη αναδεικνύει ότι τα εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης συμβάλλουν στην αυτοματοποίηση χρονοβόρων διαδικασιών, στη διαχείριση μεγάλου όγκου δεδομένων, στη βελτίωση της ακρίβειας και στον έγκαιρο εντοπισμό ανωμαλιών και περιπτώσεων απάτης. Παράλληλα, επισημαίνονται σημαντικοί κίνδυνοι, όπως ζητήματα ιδιωτικότητας και προστασίας δεδομένων, η έλλειψη διαφάνειας των αλγορίθμων, τα ψευδώς θετικά αποτελέσματα και η ανάγκη εξειδικευμένης εκπαίδευσης των ελεγκτών. Σε εμπειρικό επίπεδο, η έρευνα βασίστηκε σε ερωτηματολόγιο που απαντήθηκε από 53 επαγγελματίες ελεγκτές, τόσο από μεγάλες όσο και από μικρότερες ελεγκτικές εταιρείες. Τα δεδομένα αναλύθηκαν με τη μέθοδο παλινδρόμησης OLS, προκειμένου να διερευνηθεί η σχέση μεταξύ χρήσης τεχνητής νοημοσύνης και αντιλαμβανόμενης ποιότητας ελέγχου. Τα αποτελέσματα έδειξαν στατιστικά σημαντική και θετική συσχέτιση μεταξύ της χρήσης εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης και της βελτίωσης της αποδοτικότητας και της ποιότητας των ελεγκτικών διαδικασιών. Συμπερασματικά, η τεχνητή νοημοσύνη δεν αντικαθιστά τον ελεγκτή, αλλά λειτουργεί υποστηρικτικά, ενισχύοντας την επαγγελματική του κρίση και μειώνοντας τον χρόνο και το κόστος του ελέγχου. Η αποτελεσματική αξιοποίησή της προϋποθέτει υπεύθυνη χρήση, κατάλληλες δικλείδες ασφαλείας και συνεχή εκπαίδευση.